Αυξημένη είναι η ζήτηση για τα αντιγριπικά εμβόλια στην Ελλάδα, με τη νέα περίοδο εμβολιασμού να έχει ξεκινήσει από τις 2 Οκτωβρίου. Περίπου το 30% των διαθέσιμων δόσεων έχει ήδη διανεμηθεί στα φαρμακεία, ενώ φέτος αναμένεται να εισαχθούν συνολικά 3,64 εκατ. εμβόλια, έναντι 3,5 εκατ. την προηγούμενη περίοδο. Η εξέλιξη αφορά ιδιαίτερα τις ομάδες που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο από τη γρίπη, αλλά και τις οικογένειες με παιδιά, καθώς διατίθεται για δεύτερη χρονιά ρινικό εμβόλιο.
Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, Μανόλη Κατσαράκη, υπάρχει επάρκεια και διατίθενται διαφορετικές κατηγορίες αντιγριπικών εμβολίων. Η χορήγηση από τα φαρμακεία παρουσιάζει αυξητική τάση: την περίοδο 2023-2024 διατέθηκαν περίπου 1,4 εκατ. δόσεις, την περίοδο 2024-2025 περίπου 1,92 εκατ., ενώ την περίοδο 2025-2026 οι δόσεις έφτασαν τις 2,04 εκατ.
Ποια εμβόλια διατίθενται
Για τη φετινή περίοδο υπάρχουν διαφορετικοί τύποι τριδύναμων αντιγριπικών εμβολίων. Τα TIVe είναι αδρανοποιημένα συμβατικά εμβόλια που παρασκευάζονται με επώαση σε αυγά όρνιθας, ενώ τα TIVc παρασκευάζονται σε κυτταροκαλλιέργειες και μπορούν να χορηγηθούν, από την ηλικία των 6 μηνών, και σε άτομα που έχουν εμφανίσει σοβαρή αναφυλακτική αντίδραση στο αυγό.
- TIV-HD: αδρανοποιημένο εμβόλιο υψηλής δόσης.
- aTIV: αδρανοποιημένο εμβόλιο με ανοσοενισχυτικό MF59.
- LAIV: εμβόλιο με ζώντα εξασθενημένο ιό, το οποίο χορηγείται ως ρινικό εκνέφωμα σε παιδιά και εφήβους.
Τα ενισχυμένα εμβόλια TIV-HD και aTIV έχουν υψηλότερη ανοσογονικότητα και συστήνονται για την πρόληψη της εργαστηριακά επιβεβαιωμένης γρίπης και των νοσηλειών σε άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, καθώς και σε άτομα 18-64 ετών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση συμπαγούς οργάνου. Αν δεν υπάρχει διαθέσιμο ενισχυμένο εμβόλιο για άτομα άνω των 65 ετών, ο εμβολιασμός δεν πρέπει να καθυστερεί και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε διαθέσιμο αντιγριπικό εμβόλιο.
Τα συμβατικά εμβόλια χορηγούνται δωρεάν στα ιδιωτικά φαρμακεία, χωρίς ιατρική συνταγή, τόσο σε ασφαλισμένους όσο και σε ανασφάλιστους. Για τα ενισχυμένα εμβόλια απαιτείται ιατρική συνταγή.
Το ρινικό εμβόλιο για παιδιά και ο χρόνος εμβολιασμού
Το ρινικό εμβόλιο διατίθεται για δεύτερη χρονιά, με περίπου 200.000 δόσεις. Περιλαμβάνει ζώντα εξασθενημένο ιό γρίπης και χορηγείται σε παιδιά ηλικίας από 2 έως κάτω των 18 ετών. Δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά με υποτροπιάζοντα επεισόδια συριγμού τους τελευταίους 12 μήνες ή ιστορικό βρογχικού άσθματος, σε παιδιά με ανοσοκαταστολή ή σε όσα λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με ασπιρίνη. Το ρινικό εμβόλιο χορηγείται από παιδιάτρους.
Για παιδιά και εφήβους ηλικίας 2-18 ετών που ζουν με άτομα με σοβαρή ανοσοκαταστολή συστήνεται το αδρανοποιημένο ενέσιμο εμβόλιο. Αν χορηγηθεί το ζων εξασθενημένο εμβόλιο, συνιστάται αποφυγή επαφής με το ευάλωτο άτομο για 7 ημέρες. Όπως ισχύει για όλα τα εμβόλια, το αντιγριπικό δεν χορηγείται σε παιδιά με γνωστή αναφυλαξία σε συστατικό του.
Ο εμβολιασμός στην Ελλάδα προτείνεται από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου, ώστε να μεσολαβήσουν περίπου δύο εβδομάδες για την ανάπτυξη ανοσολογικής απάντησης. Μπορεί, ωστόσο, να πραγματοποιηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχικής γρίπης. Η δραστηριότητα της νόσου συνήθως αυξάνεται τον Ιανουάριο και κορυφώνεται τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια η έναρξη του επιδημικού κύματος.
Για τους περισσότερους ανθρώπους απαιτείται μία δόση κάθε χρόνο. Βρέφη και παιδιά κάτω των 9 ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά ή έχουν λάβει μόνο μία δόση στο παρελθόν χρειάζονται δύο δόσεις με απόσταση τουλάχιστον 28 ημερών. Για το ρινικό εμβόλιο, τα παιδιά κάτω των 9 ετών χωρίς προηγούμενο εμβολιασμό κατά της εποχικής γρίπης χρειάζονται δεύτερη δόση μετά από τουλάχιστον 4 εβδομάδες.
Κατά προτεραιότητα συστήνεται ο εμβολιασμός σε άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, βρέφη και παιδιά 6 μηνών έως 5 ετών, άτομα άνω των 5 ετών με χρόνια νοσήματα ή ανοσοκαταστολή, μεταμοσχευμένους, ανθρώπους με σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ή ηπατική νόσο, νευρολογικά ή νευρομυϊκά νοσήματα και νοσογόνο παχυσαρκία. Στις ομάδες αυξημένου κινδύνου περιλαμβάνονται επίσης οι έγκυες, οι λεχώνες και οι θηλάζουσες, όσοι φροντίζουν ή διαμένουν με ευάλωτα άτομα, κλειστοί και ευάλωτοι πληθυσμοί, καθώς και εργαζόμενοι σε δομές υγείας, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων και άλλες δομές φιλοξενίας.





