Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις τόσο στην κοινωνική ανθεκτικότητα όσο και στην υποκειμενική ευημερία, ενώ καταγράφει σημαντικό κενό στην έγκαιρη προειδοποίηση των πολιτών για φυσικές καταστροφές, σύμφωνα με τα ευρήματα του World Risk Poll 2025. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τη Gallup σε δείγμα 143.000 ανθρώπων από 140 χώρες, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες προετοιμάζονται, ανταποκρίνονται και ανακάμπτουν από κρίσεις.
Η έκθεση για την ανθεκτικότητα αξιολογεί τέσσερις διαστάσεις: το άτομο, το νοικοκυριό, την κοινότητα και την κοινωνία. Οι επιμέρους δείκτες συνθέτουν τον Δείκτη Ανθεκτικότητας, ο οποίος αποτυπώνει κατά πόσο οι πολίτες και οι κοινωνίες διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να αντιμετωπίσουν κινδύνους όπως οι πλημμύρες και οι πυρκαγιές.
Πτώση 11 μονάδων στην κοινωνική ανθεκτικότητα
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κοινωνική ανθεκτικότητα αυξήθηκε στις 66 μονάδες, από 65 το 2023 και 63 το 2021. Ο δείκτης συνδέεται με τις εμπειρίες διακρίσεων, την αντίληψη των πολιτών για το ενδιαφέρον της κυβέρνησης και την εμπιστοσύνη σε θεσμούς όπως η δικαιοσύνη, οι ένοπλες δυνάμεις και η εθνική κυβέρνηση.
Η Ελλάδα κινήθηκε αντίθετα, καταγράφοντας υποχώρηση κατά 11 μονάδες από το 2021. Αντίστοιχες, μικρότερες μειώσεις σημειώθηκαν στη Νέα Ζηλανδία, με πτώση οκτώ μονάδων, καθώς και στην Αυστραλία, την Ολλανδία, την Εσθονία και τη Γαλλία, με έξι μονάδες σε καθεμία.
Η κοινωνική ανθεκτικότητα ήταν η μοναδική διάσταση στην οποία οι χώρες υψηλού εισοδήματος παρουσίασαν χαμηλότερη βαθμολογία από όλες τις άλλες εισοδηματικές ομάδες, στις 57 μονάδες. Στις χώρες αυτές μειώθηκαν η εμπιστοσύνη προς τις εθνικές κυβερνήσεις και η αντίληψη ότι οι κυβερνήσεις ενδιαφέρονται για την ευημερία των πολιτών. Στην Ελλάδα, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και την Ολλανδία μειώθηκε επίσης η εμπιστοσύνη στις ένοπλες δυνάμεις, ενώ στην Ελλάδα και την Αυστραλία καταγράφηκε πτώση και ως προς τη δικαιοσύνη.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται, παράλληλα, στις χώρες όπου υψηλό ποσοστό ενηλίκων δηλώνει ότι η κυβέρνηση ή οι γείτονες δεν ενδιαφέρονται «καθόλου» για αυτούς. Το ποσοστό φτάνει το 70%. Σε συνδυασμό με τις μετρήσεις ευημερίας της Gallup, η χώρα εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις τόσο στην υποκειμενική ευημερία όσο και στην ανθεκτικότητα.
Ένας στους τέσσερις επηρεάστηκε από καταστροφή
Το 23% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δήλωσε ότι επηρεάστηκε προσωπικά από καταστροφή κατά την προηγούμενη πενταετία. Το ποσοστό είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Νότιας Ευρώπης, που ανέρχεται σε 21%, της Ανατολικής Ευρώπης, στο 14%, και της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, στο 13%. Υπερβαίνει επίσης τον παγκόσμιο μέσο όρο του 20%.
Οι δασικές πυρκαγιές αποτέλεσαν την καταστροφή με τη μεγαλύτερη επίδραση στην Ελλάδα, με 35%, και ακολούθησαν οι πλημμύρες, οι ισχυρές βροχοπτώσεις και οι καταιγίδες με 33%. Έπονται οι σεισμοί με 19%, οι χιονοθύελλες με 10% και η ξηρασία με 1%. Τα ποσοστά αφορούν την καταστροφή που οι πληγέντες χαρακτήρισαν ως σημαντικότερη από όσες αντιμετώπισαν.
Η σύγκριση με τις προηγούμενες έρευνες χρειάζεται προσοχή, καθώς το ερώτημα διατυπώθηκε διαφορετικά το 2025. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν αν επηρεάστηκαν προσωπικά από καταστροφή και όχι απλώς αν τη βίωσαν.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η απόσταση της Ελλάδας στο ζήτημα των προειδοποιήσεων. Μόλις το 55% όσων δήλωσαν ότι επηρεάστηκαν από καταστροφή έλαβε τουλάχιστον μία προειδοποίηση, ενώ το 45% δεν έλαβε καμία. Στη Νότια Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό όσων ενημερώθηκαν ήταν 75%, στην Ανατολική Ευρώπη 77%, στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη 83% και παγκοσμίως 80%.
Στην Ελλάδα, τα SMS ήταν το συχνότερα αναφερόμενο μέσο προειδοποίησης με 44%. Ακολούθησαν το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με 35%, η τηλεόραση με 26% και το ραδιόφωνο με 10%. Σε παγκόσμιο επίπεδο, πρώτα κατατάχθηκαν το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με 59%, η τηλεόραση με 58% και τα SMS με 54%.





