Ο δημοσιογράφος Oliver Balch πέρασε 48 ώρες, μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, χωρίς ειδήσεις που εστιάζουν αποκλειστικά σε κρίσεις και προβλήματα, αναζητώντας ρεπορτάζ για λύσεις και όσα λειτουργούν. Η εμπειρία τον οδήγησε σε μια διαφορετική σχέση με την ενημέρωση: όχι στην άρνηση των δύσκολων γεγονότων, αλλά στην ερώτηση «τι γίνεται γι’ αυτό και τι μπορούμε να μάθουμε;».
Η αρχική υπόθεση ήταν ότι το εγχείρημα θα ήταν εύκολο. Δεν έχει τηλεόραση, χρησιμοποιεί ελάχιστα το TikTok και το YouTube και έχει εγκαταλείψει εδώ και καιρό το X. Ωστόσο, σύντομα διαπίστωσε ότι η αρνητική ειδησεογραφία είχε εισχωρήσει στην καθημερινότητά του περισσότερο απ’ όσο νόμιζε.
Το πρώτο πρωινό χωρίς ραδιόφωνο τού έφερε ανακούφιση. Δεν περίμενε τα επόμενα δελτία, δεν άκουγε τις συνήθεις αντιπαραθέσεις και μπορούσε να διαμορφώσει τη διάθεσή του πριν την επηρεάσουν οι ειδήσεις. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, ένιωσε άγχος. Ο κόσμος συνέχιζε να εξελίσσεται χωρίς εκείνον και η παρόρμηση να ανοίξει τις εφαρμογές ενημέρωσης μεγάλωνε.
Ο An Nguyen, επισκέπτης καθηγητής στη Media School του Bournemouth University και ειδικός στην ψηφιακή δημοσιογραφία, αποδίδει αυτή την ανάγκη σε ένα είδος «ενστίκτου επίγνωσης». Οι άνθρωποι, εξηγεί, θέλουν να γνωρίζουν τι συμβαίνει γύρω τους ώστε να εντοπίζουν πιθανές απειλές. Ο Balch, ωστόσο, αναγνωρίζει και άλλους λόγους: η συνεχής ενημέρωση μπορεί να λειτουργεί ως απόσπαση από την καθημερινότητα ή ως ένας τρόπος παρακολούθησης των τελευταίων εξελίξεων.
Από το «πόσο άσχημα είναι;» στο «τι λειτουργεί;»
Η ενημέρωση για τα προβλήματα, όπως οι υψηλές θερμοκρασίες, η ανισότητα και οι κρίσεις στην κοινωνική φροντίδα, είναι απαραίτητη για τους ενεργούς πολίτες. Δεν αρκεί όμως να γνωρίζουμε τι δεν πάει καλά. Η λύση που δοκίμασε ο δημοσιογράφος ήταν να αναζητήσει κατασκευαστική δημοσιογραφία, δηλαδή ρεπορτάζ που εξετάζουν τις προσπάθειες αντιμετώπισης ενός προβλήματος και τα στοιχεία που δείχνουν αν αυτές αποδίδουν.
Σε μια εβδομαδιαία συλλογή ειδήσεων, διάβασε για πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την απαγόρευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 13 ετών, την εξάλειψη της λύσσας που μεταδίδεται από σκύλους στη Χιλή, ένα φάρμακο που παρατείνει τη ζωή ανθρώπων με καρκίνο του μαστού στο Ηνωμένο Βασίλειο και ένα πρόγραμμα στη Σιγκαπούρη που ενθαρρύνει την ανάγνωση βιβλίων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το ρεπορτάζ για τους νέους που δεν βρίσκονται σε εκπαίδευση, εργασία ή κατάρτιση. Το κείμενο δεν υποστήριζε ότι το πρόβλημα λύθηκε, ούτε απέδιδε ευθύνες στους ίδιους τους νέους. Εστίαζε σε προγράμματα προσωπικής υποστήριξης, σε δράσεις οργανώσεων για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και σε κρατική επιχορήγηση που κάλυπτε τους μισθούς νέων για έξι μήνες.
Η αλλαγή δεν ήταν ότι τα προβλήματα εξαφανίστηκαν. Ήταν ότι, μαζί με το μέγεθός τους, έγινε ορατό και το τι επιχειρούν οι άνθρωποι για να τα αντιμετωπίσουν.
Η σημασία των ανθρώπινων ιστοριών
Το πείραμα έδειξε επίσης ότι η κατασκευαστική δημοσιογραφία δεν είναι πάντα εύκολο να βρεθεί. Δίπλα σε σοβαρά ρεπορτάζ υπήρχε υλικό που έμοιαζε περισσότερο με διαφημιστική προβολή, ενώ ορισμένες αναλύσεις αφιέρωναν τόσο πολύ χώρο στις επιφυλάξεις, ώστε η πιθανή λύση χανόταν.
Καθοριστικό ρόλο έπαιζε και ο τρόπος παρουσίασης. Οι τεχνικές λεπτομέρειες δεν αρκούσαν για να κρατήσουν το ενδιαφέρον του. Αντίθετα, το podcast People Fixing the World τον κέρδισε επειδή έβαζε τους ανθρώπους στο κέντρο: εταιρείες στη Γαλλία που άνοιγαν τα γραφεία τους σε ανθρώπους χωρίς στέγη μετά το ωράριο, φοιτητές στη Χώρα των Βάσκων που κατασκεύαζαν οικονομικές θερμοκοιτίδες για μωρά και ένας εφευρέτης που δημιούργησε εφαρμογή έκτακτης ανάγκης για ανθρώπους που δεν μπορούν να μιλήσουν.
Μετά τις 48 ώρες, ο Balch δεν κατέληξε ότι οι δύσκολες ειδήσεις πρέπει να αποκλειστούν. Ούτε θεώρησε ότι η θετική ενημέρωση σημαίνει μια τεχνητά αισιόδοξη εικόνα του κόσμου. Κράτησε, όμως, μια πιο συνειδητή επιλογή: να συνεχίσει να ενημερώνεται για τα προβλήματα, αναζητώντας παράλληλα ποιοι προσπαθούν να τα解决σουν, τι φαίνεται να αποδίδει και τι μπορεί να γίνει διαφορετικά.






