Η έρευνα για την υπόθεση των φούρνων «Χωριάτικο», που ξεκίνησε το 2020, οδήγησε την Ανεξάρτητη Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος στη δέσμευση ύποπτων τραπεζικών λογαριασμών στην Ιρλανδία, έπειτα από ενημέρωση των ιρλανδικών αρχών. Η υπόθεση αφορά φερόμενη δράση οργανωμένου κυκλώματος, με εκατοντάδες λογαριασμούς και εταιρείες υπό εξέταση, ενώ η ζημία για το Δημόσιο εκτιμάται σε 95,5 εκατ. ευρώ.
Ο επικεφαλής της Αρχής, επίτιμος αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης, προχώρησε στη δέσμευση των λογαριασμών που εντοπίστηκαν στην Ιρλανδία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της έρευνας, στην Αρχή είχαν φτάσει στοιχεία και έγγραφα για τη δράση των κατηγορουμένων πριν αποκαλυφθεί η υπόθεση.
Λογαριασμοί σε έξι χώρες και εκατοντάδες εταιρείες
Η οικονομική έρευνα εντόπισε 520 διαφορετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, με δικαιούχους 300 φυσικά και νομικά πρόσωπα. Στο πλαίσιο της διερεύνησης πιθανής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καταγράφηκαν οκτώ λογαριασμοί στη Βουλγαρία, 47 στην Ιρλανδία και 20 στο Λουξεμβούργο. Εντοπίστηκαν επίσης δύο λογαριασμοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω των οποίων φέρεται να διακινήθηκαν 1,5 εκατ. ευρώ, καθώς και ένας λογαριασμός στην Κύπρο με ποσό 2,6 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, 20 εταιρείες φέρονται να χρησιμοποιούσαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στη Δανία, ενώ 13 εταιρείες στο εξωτερικό είχαν συναλλαγές άνω των 2 εκατ. ευρώ. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται περισσότερες από 400 εταιρείες για πιθανή εμπλοκή στην υπόθεση.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται 149 εμπλεκόμενα πρόσωπα. Τα 13 φέρονται να μην είναι υπαρκτά, ενώ έξι από τα πρόσωπα που αναφέρονται έχουν αποβιώσει. Από τους 59 συλληφθέντες, οι 20 φέρονται να λειτουργούσαν ως αχυράνθρωποι, εμφανιζόμενοι ως ιδιοκτήτες εταιρειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ιδιοκτήτες ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα, στο όνομα των οποίων αναζητούνταν φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές. Η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούνται πως διευκόλυναν τη δράση της ομάδας.
Οι κατηγορίες και η εξέλιξη της έρευνας
Σύμφωνα με τα στοιχεία της οικονομικής έρευνας, μέρος των εσόδων του κυκλώματος φέρεται να προερχόταν από την οικονομική και σεξουαλική εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών. Ο επιχειρηματίας που φέρεται να βρίσκεται στο επίκεντρο χρησιμοποιούσε, κατά την έρευνα, διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων «Μεγάλος», «daddy», «φίλος», «αφεντικό» και «Φάνης».
Η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Κωνσταντία Δημογλίδου, ανέφερε ότι η αστυνομική έρευνα βασίστηκε σε μαρτυρικές καταθέσεις, νόμιμες επισυνδέσεις και παρακολούθηση. Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αναμένεται να κληθούν συμπληρωματικά, ενώ ψηφιακά πειστήρια που κατασχέθηκαν θα εξεταστούν από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Οι βαρύτερες κατηγορίες, μεταξύ αυτών και της εγκληματικής οργάνωσης, αφορούν τα φερόμενα ως αρχηγικά μέλη και τον στενό πυρήνα της ομάδας.
Για τον 57χρονο που φέρεται ως αρχηγός, η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. είπε ότι είχε απασχολήσει την Αστυνομία το 2010, χωρίς να είναι γνωστή η τελική έκβαση εκείνης της διαδικασίας. Η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα που ισχύει σε βάρος του αφορά τον τελευταίο χρόνο και συνδέεται με άλλα αδικήματα. Στη δικογραφία περιλαμβάνεται κατηγορία για παραβίαση περιοριστικών όρων, ενώ διερευνάται πώς βρέθηκε στο εξωτερικό. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την εκπρόσωπο, δεν προκύπτει αδίκημα από δημόσιο λειτουργό.





