Στις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές προσφεύγει η Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΔΕΗ Ελλάδος (ΟΣΔΕ), ζητώντας πλήρη ενημέρωση για τη διαδικασία οριστικής παύσης λειτουργίας και αποξήλωσης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη. Η Ομοσπονδία καταγγέλλει ότι το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν της χορήγησε τις ουσιαστικές μελέτες και εγκρίσεις που ζήτησε.
Η ΟΣΔΕ αναφέρει ότι στις 26 Ιουνίου 2026 υπέβαλε επίσημο αίτημα προς το Υπουργείο, επικαλούμενη το δικαίωμα πρόσβασης σε διοικητικά έγγραφα του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Ζήτησε, μεταξύ άλλων, μελέτες ενεργειακής επάρκειας και ασφάλειας εφοδιασμού, περιβαλλοντικές μελέτες, μελέτες αποκατάστασης των εγκαταστάσεων, καθώς και τις εγκριτικές αποφάσεις των αρμόδιων φορέων, όπως ο ΑΔΜΗΕ και η ΡΑΑΕΥ.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, η απάντηση του Υπουργείου δόθηκε εκπρόθεσμα και περιλάμβανε περιορισμένο αριθμό εγγράφων εσωτερικής διοικητικής αλληλογραφίας. Τα έγγραφα αφορούσαν κυρίως τον χρονισμό και τα διαδικαστικά βήματα για τη διαγραφή μονάδων από άδειες και μητρώα, χωρίς να περιλαμβάνουν τις μελέτες που είχαν ζητηθεί. Η ΟΣΔΕ υποστηρίζει ακόμη ότι το Υπουργείο την παρέπεμψε στην αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ, χωρίς να αιτιολογήσει την άρνηση χορήγησης των στοιχείων.
Ερωτήματα για την ενεργειακή επάρκεια
Η ΟΣΔΕ επικαλείται έγγραφο με αριθμό ΓρΔ/1390/2024, σύμφωνα με το οποίο ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας δεν συναίνεσε στην οριστική απόσυρση δύο λιγνιτικών μονάδων, ζητώντας τη διατήρησή τους σε καθεστώς λειτουργικής εφεδρείας. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι μία από τις μονάδες είχε τεθεί, με ειδική νομοθετική διάταξη, σε καθεστώς «ψυχρής εφεδρείας» για τον χειμώνα 2024-2025.
Η Ομοσπονδία σημειώνει ότι δεν της χορηγήθηκε μελέτη που να τεκμηριώνει την ενεργειακή επάρκεια και την ασφάλεια εφοδιασμού σε επίπεδο συστήματος. Παράλληλα, ζητά να αποσαφηνιστεί εάν εξετάστηκε η διατήρηση μονάδων σε εφεδρεία, αντί της οριστικής και μη αναστρέψιμης αποξήλωσής τους. Κατά την ΟΣΔΕ, τα ζητήματα αυτά αφορούν τόσο την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας όσο και τα συμφέροντα πρώην εργαζομένων και συνταξιούχων της ΔΕΗ, στους οποίους, όπως αναφέρει, ο Ν. 2773/1999 προβλέπει προστασία της ενσωματωμένης στη ΔΕΗ περιουσίας τους.
Στην ανακοίνωσή της, η ΟΣΔΕ υποστηρίζει ότι το ενωσιακό δίκαιο δεν επιβάλλει τη φυσική κατεδάφιση των λιγνιτικών μονάδων. Επικαλείται το άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/943, καθώς και απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 10ης Σεπτεμβρίου 2021, σύμφωνα με την οποία μια μονάδα μπορεί να θεωρείται εμπορικά αποσυρμένη όταν τίθεται σε καθεστώς στρατηγικής εφεδρείας. Ως παραδείγματα αναφέρει τη Γερμανία, την Ιταλία και την Πολωνία, όπου διατηρήθηκαν αντίστοιχες εφεδρικές μονάδες άνθρακα και λιγνίτη.
Η Ομοσπονδία επισημαίνει ακόμη το κόστος της επένδυσης στην Πτολεμαΐδα 5, το οποίο, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΔΕΗ, ανήλθε σε περίπου 1,39 δισ. ευρώ. Υποστηρίζει ότι η αποξήλωση των λιγνιτικών υποδομών θα πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη, δημόσια και τεκμηριωμένη αξιολόγηση όλων των εναλλακτικών επιλογών.
Οι επόμενες κινήσεις
Η ΟΣΔΕ αναφέρει ότι κινείται ήδη σε多个 επίπεδα, ζητώντας:
- από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού τη διερεύνηση της αλληλογραφίας της περιόδου 2019-2021 για την «εμπορική αποξήλωση» και τη στρατηγική εφεδρεία,
- από την Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την παραπομπή του θέματος στις επιτροπές ITRE και ENVI,
- από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τη ΡΑΑΕΥ και τον ΑΔΜΗΕ τις μελέτες επάρκειας ισχύος και τα προγράμματα εφεδρείας της περιόδου 2019-2026,
- από τη ΔΕΗ τις μελέτες αποκατάστασης, τις μελέτες ενεργειακής επάρκειας και τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου για τις αποφάσεις φυσικής αποξήλωσης,
- από τον Συνήγορο του Πολίτη την εξέταση της εκπρόθεσμης και, κατά την ΟΣΔΕ, μη ουσιαστικής ανταπόκρισης του Υπουργείου.
Η Ομοσπονδία δηλώνει ότι θα συνεχίσει να αναζητά στοιχεία και να προσφεύγει στις ελληνικές και ευρωπαϊκές αρχές και στα δικαστήρια, με στόχο τη διερεύνηση της διαδικασίας αποξήλωσης των λιγνιτικών μονάδων.
Κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 | Απόφαση Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπόθεση AT.38700
Πηγή: Αρχικό ρεπορτάζ





