Η πρόσφατη ad hoc έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας καταγράφει ότι ένας στους τρεις εργαζομένους στην Ελλάδα (33%) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις επαγγελματικές υποχρεώσεις και στη φροντίδα παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Το πρόβλημα είναι εντονότερο για τις γυναίκες και για τους εργαζομένους ηλικίας 35-44 ετών, αναδεικνύοντας την πίεση που ασκείται στις οικογένειες όταν οι διαθέσιμες υπηρεσίες φροντίδας δεν επαρκούν.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το ποσοστό των εργαζομένων που δηλώνουν σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και τη φροντίδα φτάνει το 35,4% στις γυναίκες και το 37,5% στις ηλικίες 35-44 ετών. Η έρευνα αναφέρεται τόσο στη φροντίδα παιδιών όσο και σε εκείνη ασθενών, ευπαθών ή ατόμων με αναπηρία άνω των 15 ετών.
Σχεδόν επτά στους δέκα γονείς με παιδιά κάτω των 15 ετών (67,9%) δεν χρησιμοποιούν κάποια υπηρεσία φροντίδας. Παράλληλα, ένα στα δύο ζευγάρια που χρειάζεται τέτοιες υπηρεσίες δεν τις έχει, με αναφερόμενα εμπόδια το κόστος, την απόσταση και άλλους λόγους. Μέρος της κάλυψης αναλαμβάνουν συγγενείς, συχνά οι γιαγιάδες ή άνεργα μέλη της οικογένειας.
Το βάρος της φροντίδας και οι επιπτώσεις στην εργασία
Η έρευνα δεν αποτυπώνει επαρκώς, όπως επισημαίνεται στο σχετικό ρεπορτάζ, τις ανάγκες όσων φροντίζουν ενήλικες που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, ούτε πόσοι δεν έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες για ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία ή χρόνιες παθήσεις. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορεί να περιορίσουν τις ώρες εργασίας ή να οδηγήσουν σε προσωρινή διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας, ενώ επιβαρύνουν τους φροντιστές με κόπωση, άγχος και κοινωνική απομόνωση.
Ο Ιωάννης Καραϊτιανός, πρόεδρος της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας, περιγράφει τη φροντίδα ηλικιωμένων ή ανθρώπων με σοβαρά προβλήματα υγείας ως συχνά μακροχρόνια και απαιτητική διαδικασία. Όπως αναφέρει, οι οικογένειες χρειάζονται όχι μόνο πρακτικές γνώσεις και καθοδήγηση, αλλά και ψυχολογική υποστήριξη. Ακόμη και όταν προσλαμβάνεται φροντιστής, η επίβλεψη και ο συντονισμός παραμένουν συχνά στους οικείους, κυρίως στις γυναίκες.
Παλαιότερη έρευνα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας υπολόγισε ότι η μη αμειβόμενη φροντίδα στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 18,9% του ΑΕΠ, με το 13,8% να αφορά γυναικεία εργασία. Για τις χώρες της ΕΕ, οι αντίστοιχες εκτιμήσεις κυμαίνονταν από 8,3% του ΑΕΠ στη Ρουμανία έως 23,8% στη Γερμανία. Το κόστος αντικατάστασης της απλήρωτης φροντίδας παιδιών από δημόσιες υπηρεσίες εκτιμήθηκε στο 2,9%-5,9% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Ανάγκη για οργανωμένες υπηρεσίες και στήριξη των φροντιστών
Ο πρόεδρος της ΕΓΓΕ υπογραμμίζει ότι η φροντίδα δεν έχει σταθερό ωράριο και μπορεί να απαιτήσει άμεση ανταπόκριση. Προτείνει μεγαλύτερη ευελιξία στην εργασία, δυνατότητες άδειας και τηλεργασίας όπου είναι εφικτό, καθώς και οργανωμένο δίκτυο υποστήριξης στο σπίτι. Στις ανάγκες που περιγράφει περιλαμβάνονται επίσης υπηρεσίες ημερήσιας φροντίδας, δομές προσωρινής ανακούφισης των φροντιστών και καλύτερη σύνδεση των υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής φροντίδας.
Η Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Εταιρεία διοργανώνει κατά διαστήματα «Σχολεία Φροντιστών», με ενημέρωση, εκπαίδευση και πρακτική καθοδήγηση. Όπως σημειώνει ο κ. Καραϊτιανός, η ευθύνη για τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου δεν μπορεί να παραμένει αποκλειστικά στην οικογένεια: απαιτείται υποστήριξη από την Πολιτεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε οι φροντιστές να μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται και οι άνθρωποι που χρειάζονται βοήθεια να διατηρούν την αξιοπρέπεια και την αυτονομία τους.





