Έξι συλλήψεις έχουν γίνει στο πλαίσιο έρευνας για τη ΜΚΟ «Παιδική Χαρά», καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία των Αρχών, δωρεές που συγκεντρώνονταν για άρρωστα παιδιά φέρονται να κατέληγαν σε προσωπικούς λογαριασμούς των ιδρυτών. Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης θεωρείται ένας 37χρονος, ο οποίος εμφανιζόταν ως επιχειρηματίας στη Θεσσαλονίκη και ως παράγοντας του ποδοσφαίρου στην Πιερία.
Από την οικονομική έρευνα προέκυψε ότι μέρος των χρημάτων που δίνονταν στο σωματείο φέρεται να μεταφερόταν ακόμη και μέσω IRIS σε προσωπικούς λογαριασμούς του κατηγορουμένου. Ο ίδιος είχε παρουσιάσει δημόσια τη δράση της ΜΚΟ, λέγοντας ότι τα μέλη της συνεισέφεραν από το υστέρημά τους και λάμβαναν δωρεές από πολίτες για τη διοργάνωση εκδηλώσεων.
Οι δραστηριότητες του 37χρονου και τα ευρήματα της έρευνας
Ο φερόμενος ως αρχηγός είχε ασχοληθεί με τον Αιγινιακό, αρχικά ως παίκτης και στη συνέχεια από διοικητικές θέσεις, φτάνοντας στην προεδρία της ομάδας. Αποχώρησε από τη θέση το καλοκαίρι του 2024. Σύμφωνα με την έρευνα, όταν ο Αιγινιακός αγωνιζόταν στη Γ’ Εθνική, ο ίδιος φέρεται να τοποθέτησε 62 στοιχήματα σε αγώνες της ομάδας.
Παράλληλα, είχε επιχειρηματική δραστηριότητα στην εστίαση στην Καλαμαριά, με συμμετοχή 47,5% σε κατάστημα, ενώ εμφανιζόταν και ως πρόεδρος του φιλοζωικού σωματείου «Αδέσποτες πατούσες» Θεσσαλονίκης. Οι Αρχές εξετάζουν επίσης ατομική επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων χωρίς οδηγό, η οποία, κατά τα ευρήματα της έρευνας, φέρεται να ήταν εικονική και να χρησιμοποιούνταν για την έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη δικαιολόγηση παράνομου πλουτισμού.
Στην υπόθεση περιλαμβάνονται αναφορές σε πολυτελή τρόπο ζωής, με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του να επικαλούνται συχνές διαμονές σε σουίτες ξενοδοχείων. Οι σχετικοί διάλογοι που παρουσιάζονται στην έρευνα αφορούν, μεταξύ άλλων, τηλεφωνική επικοινωνία της συζύγου με ξενοδοχείο στην Αττική και επικοινωνία του ίδιου με ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη.
Δωρητές και γονείς στο επίκεντρο της υπόθεσης
Σύμφωνα με την περιγραφή της μεθοδολογίας, μέλη της οργάνωσης προσέγγιζαν ανθρώπους με απήχηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ζητούσαν τη στήριξή τους. Πολίτες κατέθεταν χρήματα πιστεύοντας ότι βοηθούν παιδιά, ενώ μία δωρήτρια ανέφερε ότι συνεισέφερε επί δύο χρόνια για κάθε παιδί που παρουσιαζόταν στις εκκλήσεις.
Για τις οικογένειες, η υπόθεση δεν αφορά μόνο τις δωρεές που ενδέχεται να χάθηκαν, αλλά και την εκμετάλλευση της αγωνίας τους για την υγεία των παιδιών τους. Οι κατηγορίες και τα ευρήματα της έρευνας αφορούν τους εμπλεκομένους, οι οποίοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να κριθούν από τη Δικαιοσύνη.





