Το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο της Deutsche Welle αποφάσισε ομόφωνα την Παρασκευή να συνεχιστεί η λειτουργία του Ελληνικού Προγράμματος, ανατρέποντας την προηγούμενη απόφαση για διακοπή του στις αρχές του 2027. Η εξέλιξη αφορά τη διατήρηση μιας ελληνόφωνης υπηρεσίας ενημέρωσης με 62 χρόνια παρουσίας και ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της χώρας.
Η απόφαση του περασμένου Φεβρουαρίου προέβλεπε το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας. Η ανατροπή της ήρθε μετά από σειρά παρεμβάσεων της ελληνικής πλευράς, οι οποίες έφτασαν έως το ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε θέσει το ζήτημα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ζητώντας ουσιαστικά τη συνέχιση του προγράμματος.
Οι επαφές Ελλάδας και Γερμανίας
Μετά την παρέμβαση του πρωθυπουργού ακολούθησαν επαφές μεταξύ στελεχών της Νέας Δημοκρατίας και των Χριστιανοδημοκρατών (CDU). Κατά το συνέδριο του γερμανικού κόμματος τον Φεβρουάριο, οι βουλευτές Τάσος Χατζηβασιλείου και Φίλιππος Φόρτωμας μετέφεραν το ελληνικό αίτημα στους συνομιλητές τους στη Γερμανία.
Η προσπάθεια συνεχίστηκε και μέσω του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, με πρωταγωνιστικό ρόλο του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, ώστε να διατηρούνται οι επαφές με το CDU. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά επιδίωξε τη στήριξη προσώπων με θεσμική και κοινωνική επιρροή, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής της ελληνογερμανικής ομάδας φιλίας στη γερμανική Βουλή Τόμας Ράχελ, ο πρώην διευθυντής του Ιδρύματος Αντενάουερ στην Αθήνα Μάριαν Βεντ, ο Μητροπολίτης Γερμανίας κ.κ. Αυγουστίνος και ο πρόεδρος του Γερμανοελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου Φαίδων Κοτσαμπόπουλος.
Η Ελληνική Εκπομπή της Deutsche Welle, που εξέπεμπε από την Κολωνία, συνδέθηκε στενά με τη νεότερη ελληνική ιστορία. Κατά την περίοδο της δικτατορίας αποτέλεσε μία από τις λίγες ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσης για εκατομμύρια Έλληνες, μεταδίδοντας ειδήσεις, πολιτικά σχόλια, συνεντεύξεις και μουσική δημιουργών που είχαν απαγορευτεί από τη χούντα.





