Ολοκληρώνεται η περίοδος προσαρμογής και από αύριο, Δευτέρα (01/12), η υποχρέωση των επιχειρήσεων να δέχονται πληρωμές μέσω του συστήματος IRIS τίθεται σε πλήρη εφαρμογή για όλες τις συναλλαγές τους με ιδιώτες, όπως ανακοίνωσε η ΑΑΔΕ.
Συγκεκριμένα, το μέτρο αφορά καθολικά στο σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε συναλλαγές Business to Consumer (B2C) και σηματοδοτεί την ένταξη των «άμεσων πληρωμών» στο νέο πλαίσιο ηλεκτρονικών πληρωμών.
Η ΑΑΔΕ έχει ολοκληρώσει τις απαραίτητες ενέργειες, διαμορφώνοντας το κανονιστικό πλαίσιο για την τεχνολογική διασύνδεση POS, ταμειακών συστημάτων και φορολογικής Διοίκησης
Αυστηροποίηση για τις επιχειρήσεις και το IRIS
Η υιοθέτηση του IRIS αναμένεται να απλουστεύσει τις αγορές για τους καταναλωτές. Ωστόσο, για τις επιχειρήσεις, οι κανονισμοί αυστηροποιούνται, αφού προβλέπονται κυρώσεις για τις επιχειρήσεις που δεν αποδέχονται πληρωμές μέσω IRIS, μέσω POS και μέσω QR code συνδεδεμένου με τον φορολογικό μηχανισμό ή πάροχο ηλεκτρονικής τιμολόγησης.
Η κεντρική επιδίωξη της ΑΑΔΕ, όπως τονίζεται, είναι η απόλυτη διαφάνεια. «Κάθε είσπραξη πληρωμής που πραγματοποιείται, είτε μέσω κάρτας είτε μέσω IRIS, να οδηγεί υποχρεωτικά στην έκδοση απόδειξης από το ταμειακό σύστημα, προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η άμεση ενημέρωση της Φορολογικής Διοίκησης», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Τα όρια πληρωμών και η μεταβατική περίοδος
Προς το παρόν, τα όρια για τις πληρωμές μεταξύ ιδιωτών και προς επαγγελματίες διατηρούνται στα 500 ευρώ ημερησίως (με ανώτατο όριο τα 1.000 ευρώ). Από τον Ιανουάριο του 2026, τα όρια αυτά προβλέπεται να αυξηθούν σε 1.000 ευρώ ημερησίως και 5.000 ευρώ μηνιαίως.
Για τις επιχειρήσεις που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση αποδοχής IRIS, προβλέπεται η επιβολή προστίμων, τα οποία καθορίζονται ανάλογα με τον τύπο της δραστηριότητας και τον πληθυσμό της περιοχής. Ωστόσο, η πρώτη περίοδος εφαρμογής θα έχει μεταβατικό χαρακτήρα, με έμφαση στις συστάσεις σε περιπτώσεις όπου εντοπίζονται τεχνικά προβλήματα.
Η ισχύς του μέτρου είχε μετατεθεί για την 1η Δεκεμβρίου αντί της 31ης Οκτωβρίου. Η μετάθεση αυτή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νέου φορολογικού νομοσχεδίου, έγινε προκειμένου «να δοθεί χρόνος προσαρμογής και να εξασφαλιστεί η ομαλή εφαρμογή». Το συγκεκριμένο μέτρο αποτελεί μέρος της συνολικής φορολογικής μεταρρύθμισης που στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της διαφάνειας στις ηλεκτρονικές συναλλαγές και τη στήριξη της μεσαίας τάξης.


