Περίπου 404.418 νοικοκυριά στην Ελλάδα —το 9,5% του συνόλου— δαπανούν για την υγεία πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής Κοινωνιολογίας και Πολιτικής Υγείας του Παντείου Πανεπιστημίου Χαράλαμπος Οικονόμου στο 15ο Συνέδριο της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας. Τα δεδομένα αναδεικνύουν την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών για την πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης.
Από τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες, το 36% επιβαρύνεται από νοσοκομειακή περίθαλψη, το 34% από την αδυναμία κάλυψης του κόστους των φαρμάκων και το 14% από οδοντιατρικές υπηρεσίες. Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού, οι σχετικές δαπάνες αφορούν φάρμακα για το 57% των νοικοκυριών και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη για το 17,65%. Στη μεσαία τάξη, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι περίπου 39,93% για φάρμακα, 21% για νοσηλεία και 20,5% για οδοντιατρική φροντίδα.
Ακόμη και στο πλουσιότερο πέμπτο του πληθυσμού, το 16% δυσκολεύεται να αγοράσει τα φάρμακα που χρειάζεται. Η νοσηλεία αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβάρυνση σε αυτή την εισοδηματική ομάδα, με καταστροφικές δαπάνες για το 65,76%. Παράλληλα, περίπου 302.250 νοικοκυριά, δηλαδή το 7%, αντιμετωπίζουν δαπάνες που τα οδηγούν κάτω από το όριο της φτώχειας ή τα φέρνουν κοντά σε αυτό.
Ακάλυπτες ανάγκες και προτάσεις για την περίθαλψη
Ο κ. Οικονόμου συνέδεσε την επιβάρυνση με τις μειώσεις της δημόσιας δαπάνης υγείας κατά την περίοδο των μνημονίων, την αύξηση της συμμετοχής των πολιτών στο κόστος των δημόσιων υπηρεσιών και τα όρια σε επισκέψεις και συνταγογράφηση. Οι ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης φτάνουν το 21,9% του πληθυσμού και το 32,3% των πολιτών με χαμηλό εισόδημα. Στην Ε.Ε. τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 3,6% και 6%.
Μεταξύ των προτάσεών του είναι η σύνδεση της πρόσβασης στην υγεία με τη διαμονή και όχι με την καταβολή εισφορών, η κάλυψη της θεραπείας στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη και η δημόσια χρηματοδότηση οδοντιατρικής και μακροχρόνιας φροντίδας. Εισηγήθηκε επίσης ανώτατο ετήσιο όριο στις συμμετοχές, ανάλογα με το εισόδημα, και σταθερά χαμηλά ποσά αντί για ποσοστιαίες επιβαρύνσεις.
Ο καθηγητής σημείωσε ότι μένει να αξιολογηθεί η εφαρμογή μέτρων όπως η ανακουφιστική φροντίδα, το δίκτυο για τα εγκεφαλικά επεισόδια, η κατ’ οίκον νοσηλεία και η ενιαία λίστα χειρουργείων. Ανέφερε, παράλληλα, ότι η επιβάρυνση αυξήθηκε με τα απογευματινά χειρουργεία, τη συμμετοχή σε διαγνωστικές εξετάσεις και άλλες χρεώσεις.
Αύξηση της συμμετοχής στα φάρμακα
Στο συνέδριο, ο διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων της MSD, Αντώνης Καρόκης, παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η ιδιωτική συμμετοχή των ασθενών στη φαρμακευτική δαπάνη αυξήθηκε από 416 εκατ. ευρώ το 2012 σε 810 εκατ. ευρώ το 2024. Η φαρμακοβιομηχανία και οι ασθενείς καλύπτουν συνολικά το 64% της δαπάνης, ενώ το δημόσιο το 36%· η συμμετοχή της φαρμακοβιομηχανίας αναφέρθηκε στο 54%.
Για ασθενή με υπέρταση, διαβήτη και υψηλή χοληστερίνη, το ετήσιο κόστος φαρμάκων εκτιμήθηκε σε 1.980 ευρώ και η συμμετοχή σε 396 ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί στο 3,38% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, έναντι 0,15% στη Γαλλία, έως 0,30% στη Μ. Βρετανία, κάτω από 1% στη Γερμανία και 1,26% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.
Ο κ. Καρόκης πρότεινε συμμετοχή 10% στα φάρμακα για ασθενείς με συννοσηρότητες, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να μειώσει την επιβάρυνσή τους κατά 120 εκατ. ευρώ ετησίως. Με ετήσιο πλαφόν 250 ευρώ, η ανακούφιση θα μπορούσε να αυξηθεί κατά επιπλέον 160 εκατ. ευρώ. Για την εξισορρόπηση του κόστους πρότεινε, επίσης, αύξηση της δυνατότητας μείωσης των τιμών των φαρμάκων από 7% σε 10%, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση περίπου 170 εκατ. ευρώ.





