Μεγάλη μελέτη στην Αγγλία εξέτασε αν μια αιματολογική εξέταση που αναζητά ενδείξεις πολλών μορφών καρκίνου μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη διάγνωση. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στο New England Journal of Medicine, δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά στον βασικό στόχο της έρευνας, ενώ ορισμένα δευτερεύοντα ευρήματα χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση. Τα δεδομένα αφορούν τη μελλοντική αξία της τεχνολογίας στον προσυμπτωματικό έλεγχο, χωρίς να τεκμηριώνουν ακόμη οριστικό κλινικό όφελος.
Στη μελέτη NHS-Galleri συμμετείχαν 142.250 άτομα ηλικίας 50 έως 77 ετών. Οι μισοί περίπου υποβλήθηκαν στην εξέταση Galleri επιπλέον των καθιερωμένων ελέγχων, ενώ οι υπόλοιποι ακολούθησαν τη συνήθη πρακτική. Έγιναν τρεις ετήσιοι κύκλοι αιμοληψίας. Η εξέταση αναλύει το κυκλοφορούν ελεύθερο DNA στο αίμα, αναζητώντας πρότυπα μεθυλίωσης που συνδέονται με καρκίνο και εκτιμώντας το πιθανό όργανο προέλευσης.
Ο κύριος στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν η εξέταση μειώνει τις διαγνώσεις καρκίνου σταδίου III ή IV σε 12 κατηγορίες κακοηθειών. Καταγράφηκαν 706 περιστατικά σε αυτά τα στάδια στην ομάδα της εξέτασης και 688 στην ομάδα ελέγχου, χωρίς στατιστικά σημαντική διαφορά. Στην ομάδα που έκανε την εξέταση, ωστόσο, οι διαγνώσεις καρκίνου σταδίου IV ήταν λιγότερες κατά 14% και οι διαγνώσεις μετά από επείγουσα προσέλευση σε νοσοκομείο μειώθηκαν κατά 21,3%. Παράλληλα, καταγράφηκαν περισσότερες διαγνώσεις σταδίου I ή II.
Από τους συμμετέχοντες με θετικό αποτέλεσμα, περίπου το 52% διαγνώστηκε τελικά με καρκίνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξέταση υπέδειξε σωστά το πιθανότερο όργανο προέλευσης στο 87% των περιστατικών.
Τα ευρήματα παρουσιάζουν οι γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, δρ. Μαρία Καπαρέλου και Θάνος Δημόπουλος. Επισημαίνουν ότι η μικρότερη συχνότητα διαγνώσεων σταδίου IV αποτελεί δευτερεύον εύρημα και δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η εξέταση μειώνει τους θανάτους από καρκίνο. Η παρακολούθηση των συμμετεχόντων θα δείξει αν οι διαφορές στη σταδιοποίηση οδηγούν σε μείωση της θνησιμότητας, ενώ η διάρκεια της μελέτης θεωρείται σχετικά περιορισμένη για την αξιολόγηση ενός προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου.





