Μελέτη του Πανεπιστημίου Yale, που δημοσιεύτηκε το 2016, συνέδεσε την ανάγνωση βιβλίων με χαμηλότερο κίνδυνο θανάτου σε ανθρώπους άνω των 50 ετών. Οι ερευνητές παρακολούθησαν 3.635 συμμετέχοντες για έως 12 χρόνια και διαπίστωσαν ότι η σχέση εμφανιζόταν ακόμη και σε όσους διάβαζαν έως μισή ώρα την ημέρα. Το εύρημα έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν αποδεικνύει ότι το διάβασμα παρατείνει τη ζωή.
Τι κατέγραψε η έρευνα για την ανάγνωση βιβλίων
Η Άβνι Μπαβίσι, ο Μάρτιν Σλέιντ και η Μπέκα Λίβι αξιοποίησαν στοιχεία της αμερικανικής Health and Retirement Study, η οποία παρακολουθεί άτομα άνω των 50 ετών. Οι συμμετέχοντες δήλωσαν πόσες ώρες είχαν διαβάσει βιβλία την προηγούμενη εβδομάδα. Ρωτήθηκαν επίσης για την ανάγνωση εφημερίδων και περιοδικών.
Οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε όσους δεν διάβαζαν βιβλία, σε όσους διάβαζαν έως τρεισήμισι ώρες την εβδομάδα και σε όσους διάβαζαν περισσότερο. Στη συνέχεια εξέτασαν ποιοι ήταν εν ζωή έως το τέλος του 2012.
Κατά την περίοδο παρακολούθησης πέθανε το 33% όσων δεν διάβαζαν βιβλία, έναντι 27% των αναγνωστών. Αφού συνυπολόγισαν παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο, τα χρόνια σπουδών, η περιουσία, οι χρόνιες παθήσεις και η κατάθλιψη, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι οι αναγνώστες είχαν 20% μικρότερο κίνδυνο θανάτου. Η μείωση ήταν 17% για όσους διάβαζαν έως τρεισήμισι ώρες την εβδομάδα και 23% για όσους διάβαζαν περισσότερο.
Η αναφορά σε 23 επιπλέον μήνες ζωής προκύπτει από μια διαφορετική σύγκριση: πριν από τις στατιστικές διορθώσεις, οι μη αναγνώστες έφτασαν τους 85 μήνες και οι αναγνώστες τους 108 μήνες όταν είχε πεθάνει το 20% κάθε ομάδας. Στην ελεύθερα διαθέσιμη εκδοχή της μελέτης, η εκτιμώμενη διαφορά μετά τις διορθώσεις ήταν περίπου τέσσερις μήνες.
Συσχέτιση, όχι απόδειξη αιτίας
Η έρευνα ήταν παρατηρητική: οι επιστήμονες δεν ανέθεσαν σε κάποιους να διαβάζουν και σε άλλους να απέχουν. Οι αναγνώστες ήταν συχνότερα γυναίκες, είχαν περισσότερα χρόνια σπουδών και μεγαλύτερη περιουσία. Η σχέση καταγράφηκε σε διαφορετικές ομάδες, ωστόσο δεν αποκλείεται να επηρέασαν το αποτέλεσμα παράγοντες που δεν μετρήθηκαν.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι η ανάγνωση βιβλίων το 2001 συνδεόταν με καλύτερες επιδόσεις σε τεστ μνήμης και νοητικής λειτουργίας το 2004. Οι επιδόσεις αυτές εξηγούσαν στατιστικά μέρος της σχέσης με την επιβίωση. Για εφημερίδες και περιοδικά, μικρότερος κίνδυνος καταγράφηκε μόνο στους ανθρώπους που διάβαζαν τουλάχιστον επτά ώρες την εβδομάδα.
Τα ευρήματα έχουν περιορισμούς: η ανάγνωση καταγράφηκε μία φορά, με βάση την ανάμνηση των συμμετεχόντων για μία εβδομάδα, και όλοι ήταν Αμερικανοί άνω των 50 ετών. Η μελέτη δεν εξέτασε τα είδη βιβλίων ούτε αν η σχέση ισχύει με τον ίδιο τρόπο για ηλεκτρονικά ή ηχητικά βιβλία. Οι ερευνητές πρότειναν να διερευνηθούν αυτά τα ερωτήματα σε μελλοντικές έρευνες.
Ως πρακτική ιδέα, σημείωσαν ότι οι Αμερικανοί άνω των 65 ετών βλέπουν κατά μέσο όρο 4,4 ώρες τηλεόραση την ημέρα και πρότειναν να αφιερωθεί μέρος αυτού του χρόνου στο διάβασμα. Μια μισή ώρα μπορεί να χωριστεί σε δύο μικρότερα διαστήματα ή να ενταχθεί σε μια σταθερή καθημερινή συνήθεια — χωρίς να αποτελεί εγγύηση για συγκεκριμένο όφελος στην υγεία.





