Η Φανή Παναγιωτίδου μίλησε στην εκπομπή «Καλύτερα Αργά» της Αθηναΐδας Νέγκα, ανακαλώντας μνήμες από την εμβληματική σειρά του ANT1, «Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη». Η ηθοποιός αναφέρθηκε στην πρώτη της τηλεοπτική εμπειρία, που της άφησε έντονα συναισθήματα και αναμνήσεις.
«Οι στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη» έκαναν πρεμιέρα το 2002 και ολοκληρώθηκαν το 2004, μετά από δύο κύκλους και 36 επεισόδια. Σε αυτή τη σειρά, η Παναγιωτίδου υποδύθηκε τη Λουκία Καρατζά, έναν ρόλο που άφησε το στίγμα του στην ελληνική τηλεόραση.
Η ηθοποιός περιέγραψε την «Λουκία» ως τον πρώτο της ρόλο στην τηλεόραση, τονίζοντας ότι αυτό συνέβη σχεδόν αμέσως μετά την αποφοίτησή της από τη δραματική σχολή. «Η Λουκία δεν ήταν κακή, αλλά ούτε και όμορφη με την κλασική έννοια», ανέφερε. «Ήταν μια κοπέλα που δεν είχε την καλύτερη εμφάνιση και είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να φτιάχνει τα μαλλιά της».
Η Παναγιωτίδου εξήγησε πως, κατά την προετοιμασία για τον ρόλο, έπαιζε σε μια παράσταση όπου είχε υιοθετήσει το ίδιο στυλ μαλλιών με αυτό της Λουκίας. «Όταν με πήγε ένας φίλος στον Αλέξανδρο Ρήγα για την οντισιόν, η μόνη φωτογραφία που είχα ήταν από αυτή την παράσταση», πρόσθεσε. Ο Ρήγας, αφού είδε τη φωτογραφία, της ζήτησε να διατηρήσει αυτό το στυλ και να προσθέσει γυαλιά για να διαφοροποιήσει την εμφάνιση της ηρωίδας.
Η σειρά, που συνδύασε κωμωδία και δράμα, έγινε αγαπητή στο κοινό και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική τηλεοπτική σκηνή. Η Παναγιωτίδου αναγνώρισε τη σημασία αυτού του ρόλου στην καριέρα της, λέγοντας ότι της έδωσε πολλές ευκαιρίες και εμπειρίες.
Η συζήτηση με την Αθηναΐδα Νέγκα περιλάμβανε και άλλες πτυχές της καριέρας της ηθοποιού, αλλά η αναφορά στους «Στάβλους» φάνηκε να της προκαλεί ιδιαίτερη συγκίνηση. Η Παναγιωτίδου, με ειλικρίνεια, αναφέρθηκε στις δυσκολίες που συνάντησε στην αρχή της καριέρας της, αλλά και στη χαρά που της προσέφεραν οι συνεργασίες της.
Η συμμετοχή της στη σειρά και οι αναμνήσεις που έχει από αυτήν, αποδεικνύουν τη διαχρονικότητα της τηλεόρασης στην Ελλάδα, καθώς σειρές όπως οι «Στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη» συνεχίζουν να αγαπιούνται από το κοινό, ακόμη και χρόνια μετά την ολοκλήρωσή τους.




