Η Ελλάδα προχωρά στην ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», ενός ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας πολλαπλών επιπέδων, μετά τη διακρατική συμφωνία με το Ισραήλ που υπογράφηκε στο Τελ Αβίβ. Το πρόγραμμα αφορά την προστασία του συνόλου της ελληνικής επικράτειας από διαφορετικές μορφές εναέριων απειλών και εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο επίτιμος αρχηγός ΓΕΣ, στρατηγός ε.α. Γιώργος Καμπάς, ανέφερε ότι η Ελλάδα γίνεται η δεύτερη χώρα διεθνώς, μετά το Ισραήλ, που αποκτά ένα συγκεντρωτικό σύστημα αεράμυνας αυτής της φιλοσοφίας. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, είναι επίσης η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υιοθετεί αντίστοιχη προσέγγιση.
Ενιαίο δίκτυο για διαφορετικές απειλές
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αφορά την προμήθεια ενός μόνο οπλικού συστήματος. Προβλέπεται να συνδέει πυραυλικά μέσα, ραντάρ, αισθητήρες και λογισμικό σε ένα ενιαίο δίκτυο επιτήρησης και αναχαίτισης. Στόχος είναι η αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων κρουζ χαμηλής πτήσης, μαχητικών αεροσκαφών και μη επανδρωμένων αεροχημάτων.
Όπως επισήμανε ο κ. Καμπάς, το νέο σύστημα διαφέρει από το ισραηλινό Iron Dome, το οποίο έχει σχεδιαστεί κυρίως για την προστασία πόλεων και κρίσιμων υποδομών από ρουκέτες και απειλές μικρότερης εμβέλειας. Η ελληνική αρχιτεκτονική προβλέπεται να καλύπτει μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση και ευρύτερο φάσμα απειλών.
Στο δίκτυο θα μπορούν να ενταχθούν και άλλα σύγχρονα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων, μεταξύ των οποίων τα μαχητικά αεροσκάφη και οι νέες φρεγάτες. Με αυτόν τον τρόπο, οι δυνατότητες επιτήρησης και προστασίας μπορούν να επεκταθούν και προς την Ανατολική Μεσόγειο.
Σταδιακή ανάπτυξη έως το 2029
Η εφαρμογή του προγράμματος αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα και να εξελιχθεί σε φάσεις. Η αρχική ανάπτυξη θα επικεντρωθεί στις μεγάλες πόλεις και σε περιοχές αυξημένου στρατηγικού ενδιαφέροντος, ενώ για την πλήρη διασύνδεση των επιμέρους συστημάτων εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν περίπου 30 έως 35 μήνες. Η ολοκλήρωση του συνολικού θόλου τοποθετείται έως το 2029.
Ο συνολικός προϋπολογισμός της «Ασπίδας του Αχιλλέα» ανέρχεται σε 3,035 δισ. ευρώ. Στο πρόγραμμα προβλέπεται ελληνική βιομηχανική συμμετοχή άνω του 25%, ύψους περίπου 750 εκατ. ευρώ, με τη συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών σε κατασκευαστικό και τεχνολογικό έργο.
Η συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας συνδέεται, πέρα από το οικονομικό αντικείμενο, με την απόκτηση τεχνογνωσίας σε τεχνολογίες αιχμής. Το πρόγραμμα παρουσιάζεται ως μέρος της συνολικής αμυντικής ενίσχυσης της χώρας, μαζί με την αναβάθμιση των μαχητικών αεροσκαφών και την απόκτηση νέων φρεγατών.





